Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Οι διανοουμενοι

Του Ματθαίου Χ.Ανδρεάδη

Τελούμε σε άγνοια του γεγονότος οτι και τον αστικό τρόπο ζωής στη Δύση και τον σοσιαλισμό στην εργατική τάξη οι διανοούμενοι τα εισήγαγαν (στη δεύτερη περίπτωση,όπως λένε οι Κάουτσκυ-Λένιν,μικροαστοί διανοούμενοι).Και αυτοί ήσαν:
α) Στην αστική κοινωνία, εκείνες οι ιδιοφυϊες-καλλιτέχνες, ποιητές, επιστήμονες και φιλόσοφοι που προέρχονταν, βέβαια, απ΄την αστική τάξη, αλλ΄αποτελούσαν την άρνησή της, γιατί δεν ανήκαν σε καμμιά τάξη (καθ΄ό αταξικοί,«ως πετεινά του ουρανού», που «δεν σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν»), οι οποίοι φρόντισαν ν΄ανθίσουν οι τέχνες και οι επιστήμες ως «πνευματικά φαινόμενα».
Και είναι αλήθεια πως η δυτική κοινωνία ως «δυναμική κοινωνία», ευρισκόμενη, απ΄αρχής, σε διαρκή ρευστότητα και «εκτεθειμένη οργανικά σε συνεχή τυχοδιωκτισμό, εξαιτίας των νόμων του ελευθέρου συναγωνισμού», επέτρεψε στο βουλητικό άτομο ν΄αναπτύξει τις θεμελιώδεις αρετές του, οι οποίες αποτελούν οιονεί δωδεκάλογο,όπως είναι η «αγία οικονομία», ο ορθολογισμός, ο ρεαλισμός, η σκοπιμότητα, η υπολογιστικότητα και λογιστική, η χρησιμοθηρία, η εμπορική ηθική, ο σχετικισμός, ο συμβατισμός, ο συμμορφισμός, η ανεσιοκρατία και η υλική ευημερία.
Ετσι όμως συγκροτημένη η δυτική κοινωνία, θα ηταν ιδεολογικά και ηγετικά αδέσποτη, ελάχιστα σεβόμενη οποιαδήποτε πνευματική, ηθική, καλλιτεχνική, πολιτιστική και πολιτική αξία αν δεν υπήρχε η ανοιχτή αυτή αταξική κατηγορία των διανοουμένων, όπως έχει σημειώσει, εύστοχα, ο ακόμα αγνοημένος ιδιοφυής κοινωνιολόγος Ε. Λεμπέσης. Και αυτοί είναι (όπως θα μπορούσαν εδώ, επιπρόσθετα,αναλογικά να ισχύσουν,οσα σχετικά έχει πει ο ΄Αρνολντ Τόϋνμπη) οι εμπνευσμένοι (πλήν απομονωμένοι) εκείνοι διανοούμενοι,οι οποίοι αναπηδώντας μέσα απ΄την αστική τάξη,ιδιαίτερα όταν συνέβαινε πολιτιστική μεταβολή ή παρακμή, να διοχετεύουν σε όλη την κοινωνία τη δημιουργικότητά τους, με αποτέλεσμα το κοινωνικό σώμα όχι μόνο να ξυπνάει αλλά και να παίρνει ζωή,ξανά. Και το πιο ουσιώδες:Ο πολιτισμός να βρίσκεται,έτσι,στην υπηρεσία των διανοουμένων και όχι οι διανοούμενοι στην υπηρεσία του πολιτισμού. Και σε κάθε περίπτωση οι διανοούμενοι να επιζούν,για μεγάλο διάστημα,της κοινωνίας που οι ίδιοι δημιούργησαν.΄Ολες αυτές οι καλλιτεχνικές,ποιητικές,κ.ά ιδιοφυϊες των δυτικών κοινωνιών στο χώρο τους, δεν αγνόησαν, βέβαια, τα λαϊκά στοιχεία πολιτισμού τους. Αντιθέτως, αφού τα προσέλαβαν και με το ταλέντο τους τα επεξεργάστηκαν, με προβλη ματισμό, τα ανέδειξαν, ενώ ως σχήματα και φόρμες τα ξεπέρασαν, χωρίς ν΄απομακρυνθούν απ΄τις πηγές αυτές της εμπνεύσεως.΄Ετσι, αναδείχθηκαν οι μεγαλύτεροι ποιητές, μουσικοσυνθέτες, θεατρικοί συγγραφείς, λογοτέχνες και άλλοι στις δυτικές κοινωνίες τους τελευταίους αιώνες οι οποίοι και επιβιώνουν μέχρι τώρα
Αν θελήσουμε ν΄ασχοληθούμε σοβαρά με τη δική μας περίπτωση θα πρέπει ν΄απαντήσουμε σε καίρια ερωτήματα που από καιρό έχουν προκύψει και που ακόμη παραμένουν, ουσιαστικά, αναπάντητα: Κυριάρχησε και ποιός ατομικι σμός στον νεοελληνικό βίο; Πόσος και τι είδους νέο ελληνικός βίος αναπτύχθηκε;΄Ηταν ο βίος αυτός αστικός ή όχι; Ποιοί δικοί μας διανοούμενοι (χωρίς και με εισαγωγικά) δέχθηκαν ή αρνήθηκαν τα λαϊκά στοιχεία και ποιά ησαν αυτά; Αυτά και άλλα ζωτικά ερωτήματα του καιρού μας,που θα μας απασχολήσουν εδω.

Η ατελέσφορη διανόηση

΄Ολοι οι σοβαροί ιστορικοί θεωρούν βέβαιο πως η Δυτική Ευρώπη και η Ελληνική Ανατολή ξεκίνησαν,πριν χίλια χρόνια περίπου,σχεδόν,ταυτόχρονα,την πορεία τους για την ανάπτυξη του «αυτοδύναμου ανθρώπου». Ωστόσο, η διεργασία για την εξατομίκευση που άρχισε πριν απ΄τον Προτεσταντισμό, τον 12ο αιώνα, και που σήμαινε βαθμιαία συμμετοχή του πολίτη ως αυτοσυνείδητης προσωπικότητος στην κοινωνική και πνευματική ανάπτυξη, στην Ανατολή δεν άργησε να ματαιωθεί, όπως έχει σημειωθεί,εδώ σχετικά (βλ.9.7.2004) και τούτο γιατί εκει δεν ευδοκίμησαν αντίστοιχα αυτοσυνείδητα και ικανά άτομα, με πρωτοβου λία, ριψοκίνδυνα και αποφασιστικά,ως εφευρέτες, έμποροι, τραπεζίτες κ.ο.κ., με τον τρόπο της Δύσεωςπου θαύμαζε ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α' Κομνηνός με το περίφημό του: «΄Αλλοτέ ποτε η σοφία κατηυθύνετο εξ ανατολών προς δυσμάς, εκ των Ελλήνων προς τους Λατίνους. Τουναντίον τώρα κατευθυνομένη εκ δυσμών προς ανατολάς, έρχεται προς τους ΄Ελληνας». Και η όποια προσπάθεια που έγινε τότε, οφείλεται σε λίγα διακεκριμένα άτομα (λόγιους και καλλιτέχνες), ήτοι στους βυζαντινούς διανοουμένους. Σ΄αντίθεση,λοιπόν,προς τη Δύση της ίδιας εποχής,όπου η υλική υποδομή για οικονομική ανάπτυξη και η ύπαρξη του δραστήριου και ελεύθερου πολίτη ως υποκειμένου δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, βαθμιαία, άρχισαν ν΄ αποδίδουν καρπούς, ακριβώς απ΄την συναφή προσπάθεια των εκει διανοουμένων, στην Ανατολή η υποδομή ήταν μηδενική και η ατομικότητα ως ελεύθερη μονάδα δικαιωμά των και υποχρεώσεων ανύπαρκτη.’Ετσι, η περιπέτεια της Ελληνικής εξατομικεύσεως ναυάγησε για αιώνες, παρά τις κατά καιρούς απόπειρες.
Μετέπειτα ελάχιστα ήσαν τα πρόσωπα που διεδραμάτισαν ουσιώδη ρόλο στην πολιτιστική ανάπτυξη του τόπου και καθόρισαν,με όποιο τρόπο,τη συνειδητή πορεία του έθνους και του λαού,πριν δε την εθνική ανεξαρτησία,αυτά ησαν ή γηγενή λαϊκότροπα, όπως ο Κοσμάς ο Αιτωλός ή επιφανείς ομογενείς (Ρήγας Φεραίος, Κοραής και άλλοι), οι οποίοι ζήτησαν να «μετακενώσουν» τις Ευρωπαϊκές ιδέες στον Ελληνικό χώρο. Αλλ΄ούτε και αυτοί μπόρεσαν ν΄ αντιμετωπίσουν συνήθειες και έθιμα στον λαό ριζωμένα από αιώνες, αφου η μόρφωση των Ελλήνων κατά τους χρόνους της δουλείας είχε ταυτισθεί, με τη μοίρα του έθνους. Και όπως εκείνο έτσι κι' αυτή, ειχε ξεπέσει.Στην κατάσταση του ξεπεσμού,με την ελευθερία για πολιτική δραστηριότητα απούσα,δεν ηταν δυνατή και η ελευθερία για οποιουδήποτε είδους οργανωμένη ανάπτυξη της παιδείας. Την κατάσταση αυτή τόνιζε εξάλλου,εκτός των άλλων,και το «Πηδάλιο της νοητής νηός» του Νικόδημου του Αγιορείτη,καθιερωμένο ουσιαστικά,ως λαϊκό δίκαιο που απαγόρευε,με την ποινή της καθαιρέσεως στον κληρικό και αφορισμού στον λαϊκό,ενδεικτικά:αα)Τη συμμετοχή τους στα καρναβάλια (γιορτές των «ειδωλολατρών». ββ) Να τρώνε και να πίνουν λαϊκοί με μουσικά όργανα καί μέ «πορνικά καί δαιμονιώδη τραγούδια»,ή να πλησιάζουν σε θέατρα και θεωρούν «χορούς και κωμωδίας»,ή να χορεύουν,παίζουν όργανα στους γάμους, ή γίνονται «μίμοι» (ηθοποιοί) ή λούζονται με Εβραίους ή τους προσκαλούν «εις ιατρείαν» (ΙΑ Κανών της εν Τρούλλω-697 μ.Χ συνόδου).Να κοσμούν το σώμα «περιττώς τε και περιέργως» Ή να κόβουν τά μαλλιά τους,ή τα βάφουν,ή ξυρίζονται και «καταντούν γυναικοπρόσωποι», ή να βάφονται οι γυναίκες.(Προ παντός) γγ) την ανάγνωση «αιρετικών βιβλίων»,που έπρεπε «να κατακαίωνται», όπως επίσης των βιβλίων του «αθέου Βολταίρου.Τα φανεράν αθεϊαν διδάσκοντα, τα αντιχριστιανικά, τα μιάσματα του κόσμου. Η κοινή πανούκλα και γάγγραινα, και απώλεια τόσων και τόσων ψυχών».Τα «ερωτικά βιβλία,η ρίμα του Ερωτόκριτου» (σημ.,του Βιτσέντζου Κορνάρου),«της Ερωφίλης» (σημ.,του Χορτάτζη),«της Βοσκοπούλας» (σημ.,σέ μετάφραση του Ρήγα Φεραίου) καί άλλων.Ομοίως και τα «γελωτοποιά και άσεμνα,καθώς είναι η Χαλιμά,ο Μπερτόλδος,του Σπανού η φυλλάδα».Γι΄αυτό,οι γράφοντες,εκτυπώνοντες,αγοράζοντες, αναγινώσκοντες και ακούοντες αυτά «βαρέως αμαρτάνουσι, και ας διορθωθούν».Γενικά και στην καθ΄ημάς Ανατολή «η ατομικότητα ταυτιζόταν με την αμαρτία».

Εξαστισμός...

Στην αλλοδαπή εργαζόμενος, τουλάχιστον απ΄ τον 19ο αιώνα, ο ΄Ελληνας, σε μεταρρυθμιζόμενα πολιτικά και θεσμικά πλαίσια, που προωθούσαν την καινοτομία με τις τεχνολογικές εφευρέσεις και την ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσεως, τόσο στην παραγωγή όσο και στη διανομή των αγαθών, πέτυχε να αυτοεπιβεβαιωθεί, αξιοποι ώντας τα προσόντα του,ενώ απέκτησε πολιτιστικές εμπειρίες για την πολυσχιδή του πρόοδο, γονιμοποιώντας και τις παραδοσιακές του καταβολές.
Στην Ελλάδα, όπου απ΄ την Παλιγγενεσία και εντεύθεν επιδιώχθηκε να εφαρμοσθούν ξένα πρότυπα, τα οποία αγνόησαν «και κλίμα και γή και κατοίκους», ο «Ρωμηός» και για ιστορικούς λόγους (εσωτερικές φαγωμάρες και εξωτερικές περιπέτειες), μέσα σε μια καθυστερημένη και
μίζερη, πολιτικά και θεσμικά, δραστηριότητα, υποχρεώθηκε να ζήσει αναπτύσσοντας τον εαυτό του και ασχολήθηκε με τα πολιτιστικά του δρώμενα,αναπαράγο ντας και καλλιεργώντας τα λαϊκά,κατά κανόνα,παραδο σιακά του στοιχεία, στις τέχνες,την αρχιτεκτονική,στη μουσική,στη λαογραφική («μυθοπλαστική») ικανότητα,στα εορταστικά ήθη και έθιμα κ.λπ.
Δεμένος ως λαογενής με τις Παραδόσεις του,διακρίθηκε για τις αρετές και τα ελαττώματά του.Έχοντας χαρακτηρι σθεί «αυθεντικός στο πνεύμα της ανιδιοτέλειας και στην επιτέλεση του χρέους,στη συντροφικότητα αλλά και στην εγωϊστική κατοχή της αυτοτέλειάς του» βρέθηκε (εν αρχή,
τουλάχιστον) μακρυά απ΄τη μαζοποίηση.
«Ανεπιτήδειος, ζεστός ως πλησίον, στοργικός, αλληλέγγυος σε ευτυχισμένες και δυστυχείς στιγμές, φιλόξενος, με ταπεινότητα που κατά τις περιστάσεις μεταλλασσόταν στην αντιθετική του φύση,ρεαλιστής και συγχρόνως ονειροπό λος, μονόχνωτος και διαχυτικός,ενστικτώδης και λογικός,
πρόχειρος και συστηματικός,δύσπιστος προς τους ξένους και θαυμαστής τους, υπερασπιστής των «πατρίων ηθών» και τιμητής του «Ρωμαίϊκου», τοπικιστής αλλά και περιφρονητής των επαρχιακών διενέξεων, εύπιστος, καχύποπτος και οξύνους,αλλά «επαναστάτης» και δημο κράτης, τίμιος και αδίσταχτος, μοιρολάτρης και σκεπτικιστής, εύστροφος και ευφυής,αλλά αναβλητικός και αυτοσχεδιάζοντας, ευαίσθητος και απερίσκεπτος, μελαγχολικός και εκρηκτικός στη χαρά του,ταχύς στις από φάσεις του και φιλότιμος», διακρίθηκε στο να «λύνει» όλα τα εσωτερικά και διεθνή προβλήματα στον «μεγάλο κοινωνιοπλαστικό παράγοντα»,το ελληνικό καφενείο, «εγκρατής και λιτός αλλά διονυσιακός και απολλώνειος,
ανατολίτης και «ρεμπέτης»,αλλά και φίλος της λαϊκής και δημοτικής μουσικής, δεισιδαίμονας και «αντισκοταδιστής», αυθόρμητος και συγκρατημένος (εγκεφαλικός) νοσταλγός του παρελθόντος αλλά έχοντας βαθύ καϋμό για την προκοπή του τόπου και το μέλλον της πατρίδος του»,κ.ά.
Απ΄τη δεκαετία του 1950 κι΄έκτοτε, άρχισε μαζικά την έξοδό του προς τις πόλεις. Καθ’όλη την τελευταία υπερπεντηκονταετία κατέφευγε (ιδιαίτερα ο «Ρωμηός» της πρώτης γενηάς), στριμωγμένος και ασθμαίνοντας,στους νέους του χώρους, στα ντόπια άστεα δηλαδή,όπου άρχισε ν΄ασκεί, ανταγωνιστικά,τον βιωτικό του αγώνα που, πρακτικά,τον απομάκρυνε απ΄τα «οικεία» του ήθη (και ήθος σημαίνει κατοικία).
΄Ηταν βέβαια δύσκολο ν’αρχίσει και ασφαλώς ν’αποκτήσει (πόσο μάλλον να δημιουργήσει) νέα,προ παντός πολιτιστι κά, «ιμάτια», βιωματικά απεκδυόμενος, ως «παλαιωθέντα τα παλαιά του».
Γιατί, όπως λέει και ο ποιητής (που έβλεπε μακρυά,γιατί πάντα ο αληθινός ποιητής «έχει οξύτερον βλέμμα») έπρεπε να περιμένει, βρίσκοντας νέους καλλιεργήσιμους χώρους, «να μεγαλώσει το χορτάρι που θα έτρεφε το πρόβατο, για να (του) δώσει μαλλί που θα (του) χρειαζόταν για το και νούργιο (του) ρούχο». Και προς τούτο έπρεπε να περάσουν δεκαετίες σκληρής δοκιμασίας.
Στους άξενους χώρους του,λοιπόν,παρέμεινε έκθετος και εν πολλοίς ασύνδετος προς τον όποιο, χθόνιο ή οθνείο, ορθολογισμό.
Μπορούμε,άραγε,να πούμε έτσι πως ο «Ρωμηός» με τον διφυή του χαρακτήρα, σφυρηλατημένο στην εκκαμίνευση αιώνων ιστορικής ακμής αλλά και καταπτώσεων και συμφορών, απέτυχε, κυμαινόμενος ανάμεσα στην αυτο ϋπέρβαση και στην αυτοεπιβεβαίωση; Θα δούμε σχετικά.


«Εξατομίκευση...»

Ο νεοέλληνας ή «Ρωμηός», όπως ορισμένοι τον αποκαλούν, αφ΄ότου άρχισε (καθώς είδαμε) ν΄αστοποιείται, βαθμιαία έστω, αισθάνθηκε την ανάγκη να αυτο-επιβεβαιωθεί και προς τούτο στράφηκε προς την εξατομίκευση.
Η εξατομίκευση στην Ελληνική της εκδοχή αποτέλεσε πραγματικά μια περιπέτεια,που,οπως έχει διαπιστωθεί,«δεν βρήκε μέχρι σήμερα,τον ιστορικό της».
Οταν ο ιστορικός αυτός βρεθεί,κρίνεται πως θα πρέπει ν΄ αρχίσει την σχετική του έρευνα, «αποφεύγοντας αλλογενή μέσα και κριτήρια».Και αυτό για νάχει αξία η κατάθεσή του.Άς προσπαθήσουμε εν προκειμένω:
Ο «Ρωμηός», όπως έχει παρατηρηθεί, ξεκίνησε την αστο ποίησή του «χωρίς την απαραίτητη γενναία μάλιστα αυτοκριτική του, αλλά ευλογώντας αυτοκαταστροφικά τη «μοναδικότητά»του. Κινήθηκε «κατά βάθος προς τα εμπρός ή προς τα πίσω απο συμπλέγματα ανασφάλειας και αίσθημα κατωτερότητος» κουβαλώντας στα άστη του «τις αγροτοποιμενικές του παραδόσεις» (Στ.Ράμφου «Ο καημός του ενός»,σελ.186-187).
Μ’αυτά τα αισθήματα αναζήτησε την εξατομίκευση στρέφοντας το βλέμμα του προς τη σύγχρονη Δύση,η οποία,φάνηκε πως μπορούσε,ουσιαστικά να τον ενδιαφέρει.
’Αλλωστε με τον χώρο αυτόν,όπως λέει και η ιστορία του,έχει παμπάλαιους δεσμούς.
Η εξατομίκευση ωστόσο στη Δύση υπήρξε κατόρθωμα,που στηρίχθηκε στην εκκοσμίκευση. Και εκκοσμίκευση,όπως απο παλαιά έχει υποστηριχθεί στην Εσπερία σήμαινε,υπο την απλούστερη εκδοχή της, απελευθέρωση του ανθρώπου
απ΄ τή θρησκευτική και μετα-φυσική του κηδεμόνευση.
΄Ηταν, άραγε, ο νεοέλληνας έτοιμος για την αποδοχή μιάς τέτοιου είδους αλλοιωτικής του εκκοσμικεύσεως;
Στους δυσμικούς χώρους όπου ο «Ρωμηός» έστρεφε το σχετικό του ενδιαφέρον, μιλούσαν, ζωηρά μάλιστα, οχι μό- νο για μια θρησκευτική και μεταφυσική αποκηδεμόνευ- ση,αλλά και για ένα «ξεμασκάρεμα» της λεγόμενης «νόθας συνείδησης», κρίνοντας, έτσι, τον θεωρούμενο γάμο Αθή- νας και Ιερουσαλήμ, της λογικής δηλαδή και πίστεως, παράνομο...
Με την προβληματική αυτή έφθασαν να διαβάζουν το «ξεμασκάρεμα» σαν μια σύγχρονη εκδοχή της τραγωδίας του Οιδίποδος,στην οποία «ο ρόλος του πρωταγωνιστή παίχθηκε, κατά σειράν, από μεγάλους φιλοσόφους και
κοινωνικούς οραματιστές (Ηegel, Marx, Κierkegaard και άλλους, μικρότερου μεγέθους) και, τελικά, απ΄τον Νίetzsche», που θεωρήθηκε πως «είχε πλήρη συνειδη- τοποίηση του γεγονότος οτι ο φιλόσοφος της ιστορίας δολοφόνησε τον άγιο πατέρα του και βεβήλωσε τη μητέρα του πίστη».
Τι σήμαιναν όμως ολ’αυτά τα ψυχοφροϋδικά της εκκοσμι- κεύσεως, ανατινακτικά, οπωσδήποτε, των θρησκευτικών παραδόσεων,τα οποία κόμιζε η νεωτερική σκέψη των δυτικών, για τον πιστό της βιωματικής μεταφυσικής νεοέλληνα, που μόλις άρχιζε να βαδίζει ως νεοσσός προς την εξατομίκευση; Και ο οποίος επί αιώνες, όπως ιστορικά διαπιστώνεται,δεν χρειάσθηκε να βρεθεί στην ανάγκη ν΄αντιμετωπίσει την εκκοσμίκευση με τη σημασία των δυτικών;
Ας δούμε,συνοπτικά εδώ, τα ιστορικά αφορώντα στη θρησκευτικότητα του νεοέλληνα:
΄Οπως ρωτούσε ο Αλ.Παπαδιαμάντης (στον «Λαμπριάτικο Ψάλτη»),μπορεί άραγε, χωρίς να γελοιοποιηθεί, ο Ρωμηός «της σήμερον νά κάμη δημοσία τον άθεον ή τόν κοσμοπολί την; (Διότι) ο ΄Αγγλος, Γερμανός ή Γάλλος δύναται να εί- ναι κοσμοπολίτης ή αναρχικός ή άθεος ή ό,τιδήποτε.Έκαμε τό πατριωτικόν χρέος του, έχτισε μεγάλην πατρίδα.Τώρα είναι έλεύθερος να έπαγγέλλεται, χάριν πολυτελείας,τήν άπιστίαν καί τήν άπαισιοδοξίαν».Ομως οι «Ρωμηοί»,αν επιδοθούν σ’ αυτό (ρωτάει ο Παπαδιαμάντης) δεν θα «όμοι άζουν μέ νάνον άνορθούμενον έπ’ άκρων όνύχων καί τανυόμενον να φθάση εις ύψος (ώστε) να φανή καί αύτός γίγας;»
Ή θα έμεναν, κατά Μ.Γεδεών, «χάσκακες, άκούοντες τήν καινήν διδασκαλίαν των διδασκάλων καί κηρύκων τής έλευθερίας καί πρός αύτήν τον βίον ρυθμίζοντες,ζητούντες να ζώσιν έλεύθεροι τών άπο τής θρησκείας δε σμών, φυσικήν ζώντες ζωήν,φυσικών νόμον ακούοντες;».
Η τέλος, όπως θα ρώταγε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος,θα μπορούσαν άραγε στην «Ελλάδα,να προσαρμοσθούν οι συνθήκες του τόπου στο διαφωτισμό,με την παθητικότητα που θέλησαν άλλοι να τον μεταφέρουν;».Θα δούμε.

© Ματθαίος Χ.Ανδρεάδης
Τηλ. 27410/26055

Του παρόντος έργου (του οποίου, κατά το νόμο, η πνευματική ιδιοκτησία αποκτάται χωρίς καμμιά διατύπωση) απαγορεύεται η αναδημοσίευση και γενικά ή αναπαραγωγή με οποιοδήποτε τρόπο, (τμηματικά, ή περιληπτικά, στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση ή άλλη διασκευή) χωρίς την γραπτή άδεια του συγγραφέα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου