Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Οι συγγραφεις ως πνευματικοι ανθρωποι στις σημερινές περιστασεις

Του Ματθαίου Χ. Ανδρεάδη

Το καταγωγικό της γραφής

Το καταγωγικό των συγγραφέων ανάγεται στη γεωργική εποχή, τότε που οι άνθρωποι το πρώτον καθιέρωσαν τη γραφή, όταν δηλαδή άρχισαν να εγκαθίστανται. μόνιμα πια, στους τόπους τους, όπου και επιδόθηκαν στην καλλιέργεια της γής.
Και η γραφή καθιερώθηκε ακολουθώντας απ΄την πρώτη στιγμή την κίνηση του βοδιού που όργωνε τη γή, απ΄τα δεξιά στ΄αριστερά, γι΄αυτό ονομάσθηκε βουστροφηδόν η αρχική γραφή. (Αργότερα καθιερώθηκε η αλφαβητική γραφή με τη σημερινή της κατεύθυνση).
Και ο πολιτισμός που με τη γραφή, έκτοτε, καθιερώθηκε αφορούσε, κατ΄ επέκταση, στην καλλιέργεια των ανθρώπων. Η οποία καλλιέργεια, μετέπειτα, στα λατινικά, ονομάσθηκε κουλτούρα, λέξη βγαλμένη απ΄τη λέξη αγκρι-κουλτούρα (των αγρών δηλαδή την καλλιέργεια).

Οι Κορίνθιοι συγγραφείς

Έτσι, ως σήμερα, ανάμεσα σ΄αυτούς που καλλιεργούν, σ΄όλους τους τόπους, τα γράμματα, υπάρχουν και αυτοί που γράφουν, οι συγγραφείς, γενικά (λογοτέχνες,ιστορικοί, επιστήμονες κ.ά).
Η«΄Ενωση Κορινθίων Συγγραφέων» συνεστήθη πριν από λίγους μήνες.
Είναι σύλλογος μη κερδοσκοπικός, που συγκεντρώνει αυτούς οι
οποίοι καλλιεργούν τα Κορινθιακά γράμματα, δηλαδή δημότες ή μη της Κορινθίας, αλλά και άλλους που όμως το έργο τους αφορά στον τόπο μας.
Και όλων αυτών το έργο, έχει από πολλές απόψεις, μεγάλη σημασία.
Ένας απ΄τους σκοπούς μας είναι η συγκέντρωση και προβολή του πολύτιμου αυτών αμητού, τώρα ιδιαίτερα που τα τεχνολογικά μέσα μπορούν και μας βοηθούν, άμεσα και αποτελεσματικά.

Ο ρόλος του συγγραφέα

Αναδεικνύοντας το έργο όλων αυτών που καλλιέργησαν και καλλιεργούν τα γράμματα στην Κορινθία ή των συγγραφέων που έζησαν ή ζουν αλλού αλλά κατάγονται από την επαρχία, ως και αυτών που οπουδήποτε έγραψαν και γράφουν για τον τόπο μας, επιδιώκουμε ν΄ αναδείξουμε και τον ρόλο καθενός απ΄αυτούς, που κόπιασε εργαζόμενος στην προσπάθειά του αυτή.
Ποιός όμως είναι αυτός σήμερα, γενικά. που καλλιεργεί τα γράμματα και σε τι μπορεί να προσφέρει που θα συμβάλλει στην άνοδο του πολιτιστικού επιπέδου του λαού, στην Παιδεία του τόπου, ευρύτερα;
Ιδιαίτερα στις σημερινές περιστάσεις, το ερώτημα από ορισμένους ίσως ειδικεύεται στα εξής: Ποιό σκοπό υπηρετεί ή τι νόημα μπορεί να έχει μια εκδήλωση για τους συγγραφείς; Ή μήπως πρέπει (όπως έχει προβληθεί άλλωστε παλαιότερα σε παρόμοιες περιπτώσεις με το περίφημο primum vivere et dopo filosofare) να καταλάβουμε ότι είναι πολυτέλεια το να µιλάμε για συγγραφείς και τα συναφή ενώ αρχίζει η πείνα των ανθρώπων;
Ποιός μπορεί λοιπόν να είναι ο ρόλος των συγγραφέων, ιδιαίτερα, στον τόπο μας;
Στο σχετικό ερώτημα ως πρώτη απάντηση θα μπορούσα να δώσω αυτό που στιχουργεί ο ποιητής (όπως κάποιος υποψιασμένος φίλος μου υπενθύμισε τις προάλλες) : «Mιλώντας τόσο πολύ για την πείνα, ξεχάσαμε να προστατέψουμε το ψωμί και στο ερμάρι τα ποντίκια χαίρονται τρομακτικές ελευθερίες» (Τάκης Σινόπουλος).

« Η κρίση της παιδείας»


Καλλίτερη απάντηση θα μπορούσαν ίσως να είναι αυτά που μόλις πριν από λίγες ημέρες, στη Θεσσαλονίκη τόνισε ο υπεραιωνόβιος δάσκαλος της γλώσσας και της παιδείας του τόπου μας Εμμ.Κριαράς, απαντώντας σε παρόμοιο ερώτημα:
«Παρά την οικονοµική κρίση µια σωστή παιδευτική πολιτική θα δώσει σύντοµα σηµεία ανόρθωσης του έθνους. Δεν είναι ότι λείπουν τα χρήµατα. Δεν είναι ότι µας λείπει η καλοπέραση. Είναι η ταυτότητά µας η εθνική που δοκιµάζεται.
Καυχόµαστε ως απόγονοι των αρχαίων, καµαρώνουµε για τον αρχαίο πολιτισµό µας τον οποίο αγνοούµε. (…).Δυστυχώς δεν διδασκόµαστε πολιτισµό. Η γλώσσα και η παιδεία είναι συγγενείς έννοιες. Αναμφισβήτητα θλίβοµαι κι΄εγώ βαθειά για τα όσα συµβαίνουν σήµερα. Δεν είναι όµως οικονοµική η κρίση. Είναι πλέον σαφές ότι πρόκειται για βαθειά κοινωνική. Εν τέλει-και αδιαµφισβήτητα-πρόκειται για κρίση παιδείας...», κατέληγε ο Εμμ.Κριαράς.


Η αναζήτηση της Α-λήθειας και η αγάπη του Ωραίου

Θα μπορούσαμε κι΄εμείς, έχοντας αυτά, και όχι μόνο, βέβαια, υπόψη, να δώσουμε, μια εξίσου ουσιαστική απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα που θέσαμε.
Κατ΄αρχάς, ο συγγραφέας, ως δημιουργός κι΄αυτός, στην εξαντλητική του πνευματική περιπέτεια στον κόσμο, δεν αποφεύγει την κοινή δυστυχία και δεν παύει ν΄ασχολείται με τον πόνο.
Ωστόσο, μπροστά του ως στόχο πάντα έχει την αναζήτηση της Α-λήθειας και την αγάπη του Ωραίου.
Κατά τη μεγάλη αυτή διαδρομή απ΄το Α ώς το Ω, βοηθάει στην ελευθερία των ανθρώπων και στην αγάπη της ομορφιάς, ως βαθειές εμπειρίες, που καμμιά παράταξη ή ιδεολογία δεν μπορεί να υπηρετήσει.
Και αυτά τα στοιχεία είναι που εδώ και χιλιετίες μέχρι σήμερα, παρά τους κατά καιρούς πολέμους και καταστροφές, ανακούφισαν και ανακουφίζουν τη δουλεία εκατομμυρίων ανθρώπων, και καμμιά φορά, απελευθερώνουν για πάντα μερικούς.
Και μη νομίζετε ότι αγωνιζόμενοι και κοπιάζοντας ελεύθερα και επίμονα, οι πνευματικοί άνθρωποι παραμένουν ασφαλείς. Διότι, στον «τετραπέρατο» κόσμο που βαδίζουν διατρέχουν συνεχώς τον ασταμάτητο κίνδυνο, πέραν των άλλων, όπως θάλεγε ο Αλμπέρ Καμύ, κατά την πορεία τους στην κορυφογραμμή, όπου κάθε τους βήμα είναι και μια περιπέτεια ανάμεσα σε δύο γκρεμούς, είτε να πέσουν στην ελαφρότητα και ευτέλεια απ΄τη μια είτε να καταποθούν απ΄την εκάστοτε πραγματικότητα, απ΄την άλλη.
Και αν συμβή η μια ή η άλλη περίπτωση, ρόλος πραγματικός των συγγραφέων, άξιος λόγου, δεν μπορεί να υπάρξει.
Επιτρέψτε μου, παρακαλώ, να ζητήσω την κατανόησή σας στην προσπάθεια μου να εκθέσω στο σημείο αυτό τις προσωπικές μου θέσεις.
Τις τελευταίες δεκαετίες με την επικράτηση του καλοζωϊσμού και του μεταμοντερνισμού και υπό τις δυο αυτές εκδοχές, δεν ενδιαφερθήκαμε για το ποιοτικό αποτέλεσμα της Τέχνης και της γραφής, αλλά όπως έχει διαπιστωθεί (Πήτερ Χώλλ) «προσαρμοσθήκαμε και υποταχτήκαμε σ΄ένα κυνικό πολιτισμό, όπου κυρίαρχη τάση ήταν να μην είναι κανείς ούτε πολύ υπέρ ούτε πολύ εναντίον κάποιου πράγματος. Διαρκώς ανάλαφροι, περι¬φερόμενοι με γελάκια και χαμόγελα» (ως life style).
«Κάναμε όχι λαϊκή αλλά τυφλή, λαϊκίστικη τέχνη. Υποστη¬ρίξαμε εν πολλοίς, τη μόδα, την αρχιτεκτονική, την πόπ μουσική, τη βίντεο αρτ και όχι τις εικαστικές τέχνες, την κλασι¬κή μουσική, το θέατρο, το χορό. Πι¬στέψαμε ότι αυτά ήσαν «ελιτίστικες» τέ¬χνες και αδιαφορήσαμε. Εξήραμε στα γραπτά μας τον λαϊκισμό και αποστραφήκαμε τη λεγόμενη ελίτ».
Ακόμη, ως οιηματίες προγονόπληκτοι, θεωρήσαμε τον πολιτισμό τις εξωτερικές του εκδηλώσεις (την εξωτερική του επιφάνεια, τους καρπούς του δηλαδή) στην ιστορία, τη λογοτεχνία, στο θέατρο, στην τέχνη, τη φιλοσοφία κλπ, και όχι τα εσωτερικά του στοιχεία.
Καταλήξαμε, έτσι, στην κυριαρχία ενός «μίζερου και φωνακλάδικου πολιτισμού», εξισωτικού στην πνευματική του αθλιότητα, σ΄ένα «πολιτισμό» που ουσιαστικά υπηρέτησε τον εδραιωμένο εκχυδαϊσμό καί την τυποποίηση της μετριότη¬τας, τον οποίο «πολιτισμικοί μπροστάρηδες» ανάμεσα στους οποίους και επιστήμονες, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες πάσης φύσεως, συγγραφείς, ποιητές κ.λ.π, δημιούργησαν βαθμιαία και σωρευτικά και εμφύτευσαν στο κεφάλι του «Ρωμηού», όπως απαξιωτικά ονομάζουν τον σύγχρονο ΄Ελληνα, και αυτός «έχει υιοθετήσει, με απύθμενη αφέλεια, μέσα σε μιά νοοτροπία ως μοντέρνα δήθεν «ιδεολογία», ένα απόθεμα κοινοτοπιών, προκαταλήψεων, κενών λέξεων, υ¬πολειμμάτων παρωχημένων ιδεών, συνθημάτων και προπαγάνδας, πού θεωρήθηκε έκτοτε πολιτική παιδεία και ολοκληρωμένη πνευματική-πολιτιστική καλλιέργεια».
Όλ΄ αυτά που, πέραν των άλλων, συγκροτούν τις εξωτερικές μόνο εκδηλώσεις, τους καρπούς δηλαδή του σύγχρονου-πολιτισμού μας, δεν είναι τα θεμέλια, οι ρίζες του αληθινού πολιτισμού, είναι άλλα.
Φτάσαμε, λοιπόν, σ΄ένα τρόπο ζωής και συμπεριφοράς προς τους άλλους και προς τον εαυτό μας τουλάχιστον δυσαρμονικό.
Και σήμερα, στην κοινωνική μας διαβίωση, καταπιεσμένη και υποκριτική, όπως έγινε, κυριάρχησε ο φόβος, για τη ζωϊκή μας ύπαρξη, προ παντός, άσχετα αν προλάβαμε και αποκτήσαμε τελειοποιημένες μηχανές για τις συγκοινωνίες μας στον διασκεδαστικό στον πολιτισμό μας, και άλλα τινά.

«Γούστο» μας

Και σε κάθε περίπτωση, αν αυτό είναι δικαίωμα και «γούστο» μας, ασκήσαμε τα δικαιώματά μας χωρίς τις αντίστοιχες υποχρεώσεις. Άρχίσαμε να μη θέλουμε να γνωρίζουμε οτι η ελευθερία μας, στην καθημερινότητα, σταματάει εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία των άλλων. Ούτε ότι δεν πρέπει να κάνουμε στους άλλους ό,τι δεν θέλουμε να κάνουν οι άλλοι σε μας, ώστε να υπάρχει αρμονική συμβίωση.
΄Οσον αφορά στο γούστο:Έχει επισημανθεί ακόμα και απο μοντέρνους πανεπιστημιακούς, ότι «τα νέα στρώματα της κοινωνίας, στα οποία, ανήκουν και μισθωτοί και νέο- προλετάριοι, διεκδίκησαν την κοινωνική τους «διάκριση» μέσω της ιδεολογικής, πολιτιστικής και «αισθητικής» ενσωμάτωσής τους στο ανώτερο» κοινωνικό στρώμα των (μικρο) αστών, προβάλλοντας το δικό τους, ατομικό-υποκειμενικό «γούστο».
Ισοπεδώθηκε ο «πνευματικός» (culture) με τον «υλικό» (civilisation) πολιτισμό, γιατί ο δεύτερος βοήθησε ώστε τα πολιτιστικά αγαθά να γίνουν εμπορικά και να θεωρούνται, οιονεί "φαγώσιμα" προϊόντα, σύμφωνα με των καταναλωτών τα "γούστα", αφού gusto (λατινικά gustus) ίσον «γεύση».

Και «χρήσιμα»…

Το ερώτημα ωστόσο παρέμενε αναπάντητο: Kαλλιεργούμε, έτσι, τα στοιχεία εκείνα που είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για ν΄ανθίζουν τα γράμματα και οι τέχνες, οι επιστήμες και η φιλοσοφία, γενικώτερα;
Στην εκπαίδευσή μας, έχουμε επιβάλει τα άμεσα χρήσιμα ενώ στην πράξη περιφρονήσαμε αν δεν αλλοιώσαμε το παρελθόν.
Αναπροσαρμόσαμε τις σπουδές στις μοντέρνες τάσεις και εγκαταλείψαμε όσα στοιχεία μοιάζουν επιθετικά προς το ιδεώδες της δημοκρατικής oμoγενoπoιήσεως.
Ηθελημένα παραμελήσαμε την ιστορία, απορρίψαμε έργα, που δεν ταίριαζαν με τις τρέχουσες μόδες και προκαταλήψεις, απωλέσαμε την ποιητική μνήμη και δείξαμε απροκάλυπτη εχθρότητα προς την ιδέα ότι υπάρχουν κάποια αντικειμενικά κριτήρια ποιότητας.
Και όπως οδυνηρά ήδη διαπιστώσαμε «οι περισσότεροι απ΄τους νέους μας δεν μπορούν πιά ν΄ αναγνωρίζουν, πόσο μάλλον να μνημονεύουν, ούτε τα πιο κεντρικά σημεία των κλασικών ή άλλων κειμένων(...) που υπήρξαν και η αλφάβητος των νόμων και των θεσμών μας (…) Οι νέοι δεν απομνημονεύουν πλέον. Οι εσωτερικοί (τους) χώροι έμειναν άφωνοι ή βρίθουν από ηχηρά τετριμμένα».
Η «αρχαιομάθεια» κατέστη άσχετη με το σύγχρονο κόσμο, ενώ προβλήθηκε το επιχείρημα, οτι η συσσώρευση γνώσεων είναι ελιτίστικη, που στοχεύει στην όξυνση των κοινωνικών διακρίσεων...
Πολλοί αμερόληπτοι ειδικοί, σαφώς είναι τελείως αντίθετοι (όπως ο σύγχρονός μας γνωστός ξένος συγγραφέας Ρίτσαρντ Χόγκαρτ, προερχόμενος από οικογένεια εργατών, στο βιβλίο του «Η χρησιμότητητα του να είσαι εγγράμματος») στην ιδέα ότι η μάθηση είναι ελιτίστικη, και αναφέρονται στoν σχετικισμό.
Ο σχετικισμός υποστηρίζει οτι δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια για τη γνώση και τις ηθικές αρχές, διαφορά π.χ., ανάμεσα στα έργα του Σαίξπηρ και τα σενάρια του Κουέντιν Ταραντίνο,κ.ο.κ.
Ο σχετικισμός, που επεκτείνεται σ’ όλους τους τομείς όπου ίσχυαν κάποτε τα αντικειμενικά κριτήρια, συνεπάγεται, (λέει ο Χόγκαρτ), την ισοπέδωση, την πεποίθηση, ότι με ελάχιστες εξαιρέσεις, όλα τα πράγματα έχουν ίση αξία. Τώρα δε τελευταία καμμιά αξία. Εδώ και στον κόσμο όλον.
Και έτσι φτάσαμε στη συγκλονιστική κυρία Έρση, την Ελλάδα δηλαδή που συγχισμένη γιατί αργήσαμε να εξισωθούμε με τους άλλους, δείχνει να τα έχει χαμένα.(Βλ «Η γραμμή του ορίζοντα» του Χρ.Βακαλόπουλου).

Το οδυνηρό «ξύπνημα»

Και τώρα; Παρά τ΄άλματα που ήθελε η κ.΄Ερση, μείναμε στα μέσα του δρόμου προς την Ευρώπη.Τώρα ξυπνάμε απ΄τον συμποσιασμό της κουλτούρας και την οιονεί βακχεία μας,και φοβόμαστε για το μέλλον.
Ψάχνουμε να βρούμε το σωστό βηματισμό μας. Και ο λόγος που δυσκολευόμαστε είναι ότι η κουλτούρα έχει πάψει να είναι στην υπηρεσία των πνευματικών ανθρώπων, ενώ αντίθετα επιμένει να θέλει αυτούς στην υπηρεσία της.
Και όμως, πάντοτε στις κρίσιμες στιγμές του τόπου η κουλτούρα είχε ηγέτες (όπως και τώρα συνομολογείται-βλ. Σπ. Ασδραχά και άλλους) οι οποίοι οδήγησαν τους Έλληνες σε μεγάλες εξάρσεις που χωρίς αυτούς τους πνευματικούς οδηγούς, δεν μπορούσαν να νοηθούν.
Όπως το ίδιο συμβαίνει και στη διεθνή πραγματικότητα:
Στις 18 Νοεμβρίου 2002, η Ρωσία γιόρτασε τα σαράντα χρόνια απ΄την (παράνομη) κυκλοφορία του έργου του Αλεξάντερ Σολτζενίτσιν «Μία μέρα στη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς».Του απονεμήθηκε φόρος τιμής, και τονίσθηκε, ανάμεσα σ΄άλλα, οτι «χωρίς τον Ιβάν Ντενίσοβιτς δεν θα υπήρχε περεστρόϊκα, ούτε μεταρρυθμίσεις».
Και στα καθ΄ημάς, ανάλογα δημιουργικά πνεύματα στις σύγχρονες συνθήκες μπορούν, ωστόσο, να βρεθούν. Γιατί αυτά χρειάζεται πια η κοινωνία μας. Πνευματικούς ανθρώπους, που θα εμπνεύσουν στο λαό αισιοδοξία και πίστη στις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου. Και που χωρίς ν΄ απομακρυνθούν απ΄τις ντόπιες πηγές της εμπνεύσεως (που, δυστυχώς, για αρκετό καιρό είχαν ή έχουν περιθωριοποιηθεί), μπορούν ν΄ανοίξουν το δρόμο, αργά αλλά σταθερά.
Θα χρειασθεί έτσι ένα μεταβατικό διάστημα για τη λύση του προβλήματος.
Το οποίο πρόβλημα, κυρίως, έγινε αφόρητα ψυχολογικό. Γιατί, αιωρούμενοι στο κενό, απομακρυσμένοι απ΄το συλλογικό μας, και καθένας μας εγωϊστικά ατομοκρατούμενος, μείναμε χωρίς προϋποθέσεις και εφόδια, με συνέπεια να αγχωνόμαστε ότι δεν θα μπορέσουμε να τα καταφέρουμε στη συντριπτική πίεση των πραγμάτων. Ενώ τώρα ιδιαίτερα χρειάζεται να βρούμε τις δυνάμεις μας.
Και πώς θα μπορoύσαμε να το πετύχουμε αυτό;

Το νέο ξεκίνημα

Σε πρώτη φάση με μια εξελικτική οπισθοχώρηση, για ένα γρήγορο ξεκίνημα προς τα μπρός. Όπως ο δρομέας των μικρών ταχυτήτων. Ενα reculer pour mieux sauter, μια συσπείρωση πριν απ΄την εκτίναξή μας.
Ή απ΄τη θέση όπου, για πολλοστή φορά στην ιστορία, μας έρριξε ο σισσύφειος εαυτός μας, ν’ανέβουμε πατώντας σε ώμους γιγάντων, για να δούμε μακρύτερα και να καινοτομήσουμε τα πράγματα. Γιατί αυτοί που καινοτόμησαν πάντοτε «στάθηκαν στις ανοιχτές γωνίες της ιστορίας, εκεί όπου τα ρεύματα από διαφορετικούς πολιτισμούς και από διαφορετικά κλίματα αντάμωναν», σε όλους τους αιώνες».
Κατά την παλινδρομή μας αυτή θα μπορέσουμε, στρεφόμενοι προς τα εκεί ν΄αντλήσουμε δυνάμεις, όπως σε όλες τις περιστάσεις έπραξαν οι δημιουργικοί λαοί ώστε να εκτιναχτούμε μπροστά. Και αυτό μπορεί να γίνει σήμερα.
Στο σημείο αυτό, οι συγγραφείς, ως πνευματικοί άνθρωποι, έχοντας στέρεα κριτήρια αξιολογήσεως των φαινομένων του βίου, μπορούν με έμφαση στο έργο τους, με ύφος και ευαισθησία, ελεύθεροι, να δημιουργήσουν έργα για τους πολλούς με συνέπεια, μόχθο και επίδοση (αναγκαίες ψυχικές και πνευματικές δυνάμεις, που χρειάζεται να διαθέτει και ν΄ ασκεί ο αληθινός δημιουργός) κι΄ετσι να μπορέσουν ν΄ αποτελέσουν πα¬ραδείγματα και πρότυπα για τους πολλούς, σε όλους τους χώρους της πνευματικής ζωής, στον καλλιτεχνικό στί¬βο και σε κάθε εκδήλωση του βίου, γενικά.

Διακινδύνευση και άξιο έργο

Και την ελευθερία τους μπορούν να τη βρουν διακινδεύοντας. Πράγμα που απαιτεί προσωπικό τίμημα (όχι, βέβαια, της αγοράς) ν΄αφήσουμε δηλαδή τον εντατικό ρυθμό προς απόλαυση καταναλωτικών αγαθών, και ν΄αρχίσουμε να οργανώνουμε ισορροπιστικά την προσωπικότητά μας για ένα ξεκίνημα στον δρόμο προς την κατάκτηση και απόλαυση ύψιστων πνευματικών αγαθών.
Και το επίτευγμα αυτό, για να έχει πνευματική αξία δεν μπορεί να υπακούει σε οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς ούτε, βέβαια, σε ιδεολογικούς και προπαγανδιστικούς σκοπούς.
Έτσι, ο λογοτέχνης λ.χ, αλλά και όλοι οι συγγραφείς, γενικά, μπορούν με πρωτοτυπία, έμφαση και οικονομία, να δημιουργήσουν έργα με πληρότητα στο εσωτερικό τους σύνολο, με ρυθμό και συμμετρία στην ισορρόπηση της δομής τους ώστε να προκαλέσουν την αναγκαία εκείνη μυστική γοητεία Ομορφιάς, που οδηγεί σε μιά, οιονεί, ακτινοβόλα εξύψωση του νου και της καρδιάς, και από εκεί στην κάθαρση.
Και έχει διαπιστωθεί (Ραλφ ΄Εμερσον), πως «όταν απολαμβάνεις ένα βιβλίο λ.χ, τέτοιας ποιότητας που αφορά μεν τον τόπο σου αλλά ανάγεται στις μεγαλειώδεις εκφάνσεις της παγκόσμιας συνείδησης και αφορά πολύ περισσότερο στην καθημερινή μας ζωή απ΄ο,τι ο φετεινός Καζαμίας ή η εφημερίδα της ημέρας, τότε τα μηνύματά του μεταδίδονται όχι με τα χείλη ή με της γλώσσας την άκρη, αλλά με τη ρόδινη λάμψη που παίρνουν τα μάγουλα και με τους παλμούς της καρδιάς μας», εξυψώνουν τον φιλότεχνο αναγνώστη κάνοντάς τον να αισθανθεί με τις δικές του (συνεχώς καλλιεργούμενες ψυχικές και πνευματικές) δυνάμεις, υψηλού επιπέδου απόλαυση.
΄Οσον αφορά στους ποιητές, που να μη ξεχνάμε απ΄αρχής έχουν «οξύτερον βλέμμα», ενώ φαίνονται πως είναι από «σκέτο σύννεφο», όπως λέει ο Οδ. Ελύτης, στην πραγματικότητα είναι «καμωμένοι από πέτρες, από αίμα, από σίδερο και από φωτιά. Και ας τους λιθοβολούν και τους φωνάζουν Αεροβάτες».
Και ευχή μας είναι, σε όλες τις μορφές άξιας Τέχνης, να κυριαρχήσουν η πληρότητα, η αρμονία και η αισθητική αυτη ακτινοβολία.

***
Και ο ιστορικός συγγραφέας;
Αυτός, ερευνώντας όλες τις πηγές, μπορεί απροκατάληπτα, αντικειμενικά και ευσυνείδητα, να δημιουργεί έργο αλήθειας. Γιατί η αλήθεια της Ιστορίας, μας επιτρέπει να συνειδητοποιούμε τον ατομικό και συλλογικό μας εαυτό, μας δείχνει τους ευρύτατους ορίζοντές μας και κομίζει τις αξίες της Παραδόσεως οι οποίες θεμελιώνουν τη ζωή μας. Για μας τους 'Ελληνες, καμμιά πραγματικότητα δεν είναι τόσο ουσιαστική όσο η Ιστορία, ιδιαίτερα η δική μας Ιστορία.
Με την Ιστορία μαθαίνουμε ποιά επιτεύγματα υπήρξαν καί ποιοί όλεθροι συνέτριψαν προσπάθειές μας.
Έτσι, συνειδητοποιώντας τα βήματά μας μπορούμε να προχωρούμε στη ζωή με αμφίπλευρο τον φωτισμό, του παρελθόντος και του παρόντος.
Και αν ο ιστορικός συγγραφέας κατορθώσει και δώσει όλ΄αυτά, είναι βέβαιο ότι θα βοηθήσει τον απροκατάληπτο και καλοπροαίρετο αναγνώστη του να κρίνει αν πέτυχε ή όχι να φωτίσει την ιστορική α-λήθεια ιδιαίτερα αν το έργο του διακρίνεται απ΄την ακρίβεια, τη σαφήνεια και την γλαφυρότητα.
Και ο επιστήμονας, κοινωνικός ή άλλος;Αυτός (και όχι μόνο αλλά ο καθένας μας), όταν βλέπει (όπως έλεγε ο κατ΄εξοχήν ορθολογιστής της Δύσης Καρλ. Πόππερ) ότι μια επιστημονική θεωρία είναι ακα¬τάλληλη γιατί δεν συμφωνεί με τα γεγονότα, την αφήνει να πεθάνει. Και είναι έτοιμος ο επιστήμονας να εγκαταλείψει την θεωρία του ή να την τροποποιήσει αν συμβούν ορισμένα πράγματα που αποκλείουν ή απαγορεύουν την υπόθεση εργασίας του. Ψάχνει συνειδητά και με κριτικό πνεύμα για τα λάθη του με την ελπίδα να μάθει κάτι από την ανακάλυψη των σφαλμάτων του και την εγκατάλειψη της υποθέσεώς του. Αυτό είναι το πιο αποφασιστικό φαινόμενο που συνιστά τη διαφορά μεταξύ ιδεολογικής-δο¬γματικής και κριτικής σκέψης.


Ο πνευματικός άνθρωπος

Ώστε λοιπόν, κύρια προσόντα τα οποία χαρακτηρίζουν τον πνευματικό άνθρωπο και που (έχει διαπιστωθεί) προϋποθέτουν «θέληση, μόχθο, ένταση κουράγιο, ζήλο, συγκέντρωση των πνευματικών και προσωπικών δυνάμεων ως το τέλος», και άλλα ουσιώδη, είναι «η ελευθερία, η διανοητική περιέργεια, η αναζήτηση του ωραίου, γενικά, η αγάπη της σοφίας. Αυτά οδηγούν στην παιδεία (που σημαίνει προχώρημα-βάδισμα) με σκοπό την ανύψωση απ΄ τή διάσπαση και τον πολυμερισμό στην ενότητα του όντως όντος, ήτοι στην αλήθεια ως κατανόηση».
Και ο πνευματικός άνθρωπος, όπως έχει σπουδαία τονισθεί, διακρίνεται για την ευμενή του διάθεση, τη φυσική ικανότητα εξαιρετικής συγκεντρώσεως, το εξυψωμένο ηθικό συναίσθημα, την έλλειψη προσωπικής εμπάθειας (κυριολεκτικά ά-φθονος), είναι απ΄τη φύση του εύχαρις, φίλος της δικαιοσύνης και της σωφροσύνης, συγγενής της αλήθειας, μεγαλόπρεπος και έχει γενικά ένα δυναμικό οργανισμό καλλιτεχνικού-ποιητικού τύπου».
΄Ολοι εμείς της ΄Ενωσης των Συγγραφέων Κορινθίας το δρόμο αυτόν βαδίζουμε. Και θα δούμε σχετικά. Σεις πάντως θα βρείτε το μέτρο να μας κρίνετε. Κι΄ έχουμε καιρό μπροστά μας.
Κι΄εγώ προσωπικά, όλους εσάς που με αντέξατε τόση ώρα, θερμά σας ευχαριστώ!

Κόρινθος 13.2.2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου